Hilda Doolittle (H.D.)

Ενημερώθηκε: Μαρ 7

Εισαγωγή - απόδοση: Άννα Κουστινούδη



[Η Hilda Doolittle, περισσότερο γνωστή με τα αρχικά του ονόματός της ως H.D., θεωρείται μία από τις σημαντικότερες γυναικείες ποιητικές φωνές του Μοντερνισμού. Γεννημένη στην Πενσυλβάνια των Η.Π.Α. το 1886, μετοίκησε στο Λονδίνο το 1911 με την προτροπή του Ezra Pound, όπου και προσχώρησε στον κύκλο των εικονιστών στις αρχές του 20ού αιώνα, δημοσιεύοντας ποίηση, πρόζα και δοκίμιο, πάντα υπό την προστασία και την επιρροή του Pound, ο οποίος διέκρινε στη γραφή της μια ιδιάζουσα ποιητική δυναμική. Το 1920 έως και το 1922 η Doolittle υποβάλλεται σε ψυχαναλυτική θεραπεία με τον Sigmund Freud, ταξιδεύει συστηματικά σε Αίγυπτο και Ελλάδα, ενώ μεταφράζει στα Αγγλικά τους Έλληνες λυρικούς, κυρίως την Σαπφώ, αλλά και τον Ευριπίδη. H γραφή της, κυρίως μέσα από την τεχνική του παλίμψηστου και της κειμενικής διαστρωμάτωσης, επιχειρεί, ανάμεσα σε άλλα, να αποτυπώσει και να καταρρίψει έμφυλα κοινωνικά στερεότυπα, πασχίζοντας ωστόσο να το επιτύχει μετεωριζόμενη ανάμεσα στο πρότυπο του άφυλου δημιουργού, κατά τα πρότυπα της μοντερνίστριας δημιουργού και στην ταυτόχρονη ανάγκη της για μια έμφυλη γυναικεία ποιητική συνείδηση και δημιουργία. Στα έργα της περιλαμβάνονται τα: Υμέναιος (Hymen, 1912), Χορικά από την «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» (Choruses from Iphigeneia in Aulis, 1916), Ηλιοδώρα και άλλα Ποιήματα (Heliodora and Other Poems, 1924), Παλίμψηστον (Palimpsest, 1926), Ηδύλος (Hedulus, 1928), Η Νεκρή Ιέρεια Μιλά (The Dead Priestess Speaks, 1930), Άλικα τριαντάφυλλα για τον Χαλκό (Red Roses for Bronze, 1931), το δοκίμιό της Σημειώσεις στο Λογισμό και στην Ενόραση (Notes on Thought and Vision, 1919) και το διάσημο μακροσκελές ποίημά της Τριλογία (Trilogy, 1946), επηρεασμένο από το φονικό σκηνικό του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η Doolittle πέθανε στη Ζυρίχη το 1961, μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο.]




ΕΛΕΝΗ

Γλύκα Διονυσοπούλου


Όλη η Ελλάδα αποστρέφεται

τα ήρεμα μάτια στο λευκό το πρόσωπο,

τη στιλπνότητα, σαν της ελιάς

εκεί όπου στέκεται,

και τις λευκές παλάμες.


Όλη η Ελλάδα ψέγει κι εχθρεύεται

το ωχρό το πρόσωπο όταν χαμογελάει,

μισώντας το ακόμα πιο βαθιά

σαν γίνεται ωχρότερο και πιο λευκό,

αναθυμούμενη του παρελθόντος θέλγητρα

και περασμένες έχθρες.


Η Ελλάδα κοιτάζει, ασυγκίνητη,

την κόρη του Θεού, γέννημα αγάπης,

το κάλλος των δροσερών ποδιών

τα λεπτότατα γόνατα,

θα μπορούσε αλήθεια την κόρη ν’ αγαπήσει,

μόνο αν την εναπέθετε

ως στάχτη λευκή ανάμεσα στα κυπαρίσσια.


∗∗∗



ΑΝΑΤΕΛΛΟΥΣΑ ΣΕΛΗΝΗ


Θα λάμψεις πάνω στη θάλασσα;

Θα εξακοντίσεις του δόρατός σου την αιχμή

Προς την ακτή;

Κι εμείς ποια νότα να αρθρώσουμε;


Ένα τραγούδι έχουμε

Στην ακροθαλασσιά τα βέλη μοιραζόμαστε -

Κι η χαλαρή χορδή αντηχεί τη νότα μας:

Ω πέταγμα,

Σύρ’ την γοργά μες στο τραγούδι μας.

Ότι έξοχη είναι,

Με μέτρο σύγκρισης τα πεύκα τη μετράμε.


∗∗∗



ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ Ο ΑΝΕΜΟΣ


Ποτέ ξανά ο άνεμος

δεν θα σ’ αγαπήσει,

και η βροχή ποτέ ξανά.


Ποτέ ξανά

δεν θα σε βρούμε δυνατά να λάμπεις

μέσα στο χιόνι και στον άνεμο.


Το χιόνι έλιωσε,

το χιόνι πάει,

κι εσύ πέταξες:


Σαν πουλί ανυπότακτο,

σαν φως απ’ την καρδιά μας,

έφυγες.