2 ποιήματα

Ενημερώθηκε: Μαρ 7

ΚΟΚΚΙΝΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ


Στο μνήμα του συζύγου της επάνω,

καρτερικά κι ανθεκτικά στο ψύχος του χειμώνα,

κόκκινα τριαντάφυλλα, τρία τον αριθμό.

Ένα για κάθε έτος μνήμης και απώλειας.


Όταν αντίκρυσεν, η χήρα του εκλιπόντος,

την όμορφη κι εκλεπτυσμένη προσφορά,

την, τόσο αισθαντικά, πάνω στο κρύο μάρμαρο αφημένη,

θέμα μεγάλο το έκαμε,

κι άρχισεν ερωτήσεις,

την ύποπτη -επί των νεκρικών τιμών αντίζηλο-,

ευθύς ν’ ανακαλύψει·

κι ας είναι ο Έρωτας, από καιρό, εσώκλειστος με άνοια

και το κορμί της, στην φθορά, ραγδαία παραδομένο.

Η Ζήλεια, εντός της θαλερή, τραβάει απ’ τα μαλλιά

και εκπαραθυρώνει

κι Απώλεια κι Αγάπη.


Η ζήλεια, το πανίσχυρο

κι αρχέγονο συναίσθημα.


Μια συγγενής ανέλαβεν της πράξης την ευθύνη·

η συννυφάδα της η Αννιώ

η, κατά έτη δεκαεπτά, νεότερή της.

Ησύχασεν η χήρα, εμπρός στην αυθορμήτως

και αθώα κατατεθείσα ομολογία,

και τάχιστα επέστρεψε στου χρόνου τη φθορά.


Οι όποιοι μάρτυρες, είτε περαστικοί

είτε φροντίζοντες τάφους παρακειμένους,

επιμελώς απέφυγαν να την ενημερώσουν,

για την πυκνότητα των επισκέψεων της Αννιώς,

για την φροντίδα που επεδείκνυε στο μνήμα.


Στο μνήμα, με τα τρία βαθυκόκκινα τριαντάφυλλα.


∗∗∗


ΕΥΣΤΟΧΙΑ


Παιδί, αντιστεκόμουν στο να μεγαλώσω,

μ’ επιτυχία στην αρχή· γιατί

πώς θα χωρούσα στο μικρό ποδήλατό μου;

πώς θα με άντεχε άραγε το ξύλινο αλογάκι;

και πώς θα άντεχα χωρίς τα μυθικά μου πλούτη:

το φυσοκάλαμο, την μπάλα τη φθαρμένη

και τη σφεντόνα από ξύλο κερασιάς

που κρέμαγα στη ζώνη μου για επίδειξη μονάχα;


Κάποια φορά που ευστόχησα

μια καρδερίνα, ένιωσα, φριχτά ν’ αργοπεθαίνει,

το καρδιοχτύπι το στερνό,

τη σπίθα μες στο μάτι της να γίνεται σταυρός,

το αίμα της πηχτό ν’ απλώνεται στα χέρια,

ν’ απλώνεται ζεστό κι έπειτα όλα να παγώνουν.


Κόλαση, ρέεις μέσα μας κι αλλοίμονο αν πάψεις.


Γλύκα Διονυσοπούλου