ΟΙ ΛΟΥΙΖΕΣ

Ενημερώθηκε: Μαρ 7

Ανταρκτική, Ερευνητικός Σταθμός Ουέντελ Α-86


Αγαπημένε μου φίλε,

Στέκομαι εδώ και κάμποση ώρα μπροστά στο παράθυρο, με το βλέμμα καρφωμένο στη χιονισμένη κορυφογραμμή, πλημμυρισμένος από μια νοσταλγία ανεξήγητη. Κάτι πολύ σημαντικό αισθάνομαι πως θα συμβεί. Έβαλα στο πικάπ να παίζει η Σερενάτα του Σούμπερτ (δώρο δικό σου, το θυμάσαι;) και αποφάσισα να σου γράψω αυτό το γράμμα, που φοβάμαι πως μπορεί και να είναι το τελευταίο. Παρακαλώ, συγχώρεσε τα άστατα ορνιθοσκαλίσματα: ανάμεσα στο μολύβι και στο χέρι μου έχω μια καρδιά που βουίζει σαν ανήσυχο τζιτζίκι.

Απ’ το πρωί, οι συνάδελφοι διαδίδουν πως στο δείπνο μάς περιμένει μια ανακοίνωση, σχετική με την πορεία της έρευνας. Η ομάδα του Γιόργκι ανέλυσε τα ευρήματα της προηγούμενης εβδομάδας και υποψιάζομαι πως κατέληξαν σε κάποιο τρομερό συμπέρασμα. Θυμάσαι, σου είχα αναφέρει και παλιότερα πως οι αρχικές μας υποθέσεις ίσως και να ήταν λανθασμένες. Πράγματι, οι νηματώδεις μικροοργανισμοί που συνέλεξε ο Γιόργκι γύρω από το όρυγμα, αντέδρασαν εξαρχής με τρόπο μη αναμενόμενο στα νέα πειράματα. Θ’ αναρωτιέσαι βέβαια πώς είναι ποτέ δυνατόν να συμβαίνει κάτι τέτοιο, δεδομένου ότι περίπου τα μισά είδη των νηματωδών είναι παρασιτικά. Κι όμως, φίλε μου, τα σκουλήκια αυτά παρουσιάζουν ιδιότητες που δεν έχουν καταγραφεί ποτέ ως σήμερα.

Θα σου δώσω ένα παράδειγμα. Την πρώτη μέρα που αντίκρυσα τούτες τις μικρές γαλάζιες τριχούλες κάτω απ’ τον μεγεθυντικό φακό, έμοιαζαν να χορεύουν. «Βέβαια», θα μου πεις, «η κίνηση στα περισσότερα ασπόνδυλα είναι ακούσια. Κι άλλωστε, έτσι αναπνέουν». Μα εκείνες χόρευαν, σου λέω! Τις έβλεπα και μου έφερναν στο νου τα βράδια της πρώτης νιότης μας, στις αίθουσες χορού. Λικνίζονταν σαν παρέες φρέσκων κοριτσιών, ζωντανές δέσμες από γιασεμιά που μοσχομύριζαν. Θα με πιστέψεις αν σου πω ότι ανέδιδε η σάρκα τους τη μυρωδιά γυναίκας; Βέβαια, για τούτο, φίλε μου, θα σου εξομολογηθώ πως ούτε εγώ ο ίδιος μ’ εμπιστεύομαι: ξέρεις πόσος καιρός έχει περάσει δίχως ν’ αγγίξω γυναικείο κορμί; Όπως και να ’χει, έτσι μου φάνηκαν στην πρώτη μας συνάντηση: γοητευτικές και μυστηριώδεις. Τις ονόμασα «Λουίζες».

Όχι, δεν έχασα τελείως το μυαλό μου. Σου μίλησα καμιά φορά για το κορίτσι εκείνο που ερωτεύτηκα, όταν παραθέριζα στη Ρόδο; Η Ξένια, η δεύτερη γυναίκα μου, αγαπούσε τα μπάνια· εγώ τις μεσαιωνικές πόλεις. Επιπλέον, το καλοκαίρι του ’98 είχα μόλις ολοκληρώσει το διδακτορικό μου επάνω στις Αναπαραγωγικές Συνήθειες των Λεπιδόπτερων κι η Κοιλάδα με τις Πεταλούδες φάνταζε το ιδανικό μέρος για να το γιορτάσω: περιτριγυρισμένος από τα πορτοκαλιά φτερά τους κι ευτυχής στην αγκαλιά της νέας μου συζύγου. Είχαμε ήδη λίγες μέρες στο νησί, όταν ένα μεσημέρι αποφάσισα να επισκεφθώ την Κοιλάδα μόνος. Η Ξένια είχε πάθει ηλίαση και κοιμόταν γαλήνια στο δωμάτιο, με κατεβασμένα τα στόρια. Έφτασα στην πευκόφυτη τοποθεσία λίγο μετά τις 12 κι άρχισα ν’ ανεβαίνω αργά, απολαμβάνοντας τη δροσιά.

Γλύκα Διονυσοπούλου

Το κορίτσι εμφανίστηκε μπροστά μου, καθώς βάδιζα στο χωμάτινο μονοπάτι: αδύνατη, μικροσκοπική, ένα ξανθό πλάσμα των παραμυθιών, ντυμένο στα γαλάζια. Προχωρούσε σχεδόν αθόρυβα και χόρευε στον ρυθμό ενός τραγουδιού που έπαιζε στο κεφάλι της. Κουνούσε το κορμί διαρκώς μα ανεπαίσθητα, σαν να τη φυσούσε ο άνεμος. Κάθε δέκα, περίπου, βήματα, έκανε μια στροφή γύρω απ’ τον εαυτό της, αναδίδοντας μια μυρωδιά μεθυστική, από γιασεμί και γάλα. Δεν ήταν πάνω από δεκαπέντε, όμως ήταν θελκτική, σαν ώριμη γυναίκα. Τα μάτια μου αιχμαλωτίστηκαν μεμιάς από τα πόδια της, δυο μαλακά και λεία ραβδάκια από ολόλευκο βούτυρο. Στο εσωτερικό του αριστερού μηρού -το είδα στιγμιαία όπως περνούσε- υπήρχε μια μικρή στρογγυλή μελανιά, σαν να την πίεζε κάθε μέρα στο σημείο αυτό ένα δάχτυλο. Να κρυβόταν εκεί το μαγικό κουμπί της; Κι αν την πλησίαζα, για να το πατήσω; Με μια ερεθιστική ενοχή σκεφτόμουν πως θ’ άρχιζε το βούτυρο απ’ τα σπλάχνα της να λιώνει, να τρέχει επάνω στα χέρια μου, σαν ζεστός χυλός. Θα ξυπνούσαν, τότε, οι πεταλούδες, θ’ άφηναν τους κορμούς των δέντρων και θα πετούσαν ανάμεσα στα πόδια της να ξεδιψάσουν. Μαγεμένος, περπάτησα μαζί της δέκα βήματα -ώσπου να κάνει τη στροφή της. Έπειτα, μια αντρική φωνή της φώναξε «Λουίζα!» κι εκείνη, απαστράπτουσα, έτρεξε να τον βρει.

«Λουίζες», λοιπόν, ονόμασα τα πλάσματα, απ’ την ανάμνησή της. Στην αρχή δεν μπορούσα να τις αποχωριστώ. Έκανα το παν για να βρίσκομαι στο εργαστήριο, προφασιζόμουν τις πιο σύνθετες δικαιολογίες. Όταν κανείς δεν έβλεπε πλησίαζα, μάλιστα, το πρόσωπο κοντά τους και τις μύριζα. Κάθε φορά ξυπνούσαν μέσα μου και κάτι νέο. Ένιωθα πως είχαν κάτι να μου πουν. Σκέφτηκα, με κίνδυνο να επηρεάσω την έρευνα, να τις αγγίξω, μήπως απ’ την κολλώδη κρέμα που εκκρίνουν, καταλάβω κάτι. Την τελευταία στιγμή -με πόνο- συγκρατήθηκα. Αντί γι’ αυτό, γύρισα στο δωμάτιό μου, ξάπλωσα και με τα χέρια κάτω απ’ τα σκεπάσματα τις ονειρεύτηκα: είχανε, λέει, χωθεί μέσα στο παντελόνι μου κι έρποντας κύκλωναν την κοιλιά μου. Σηκώθηκα εξαντλημένος, σαν να είχα κάνει έρωτα ταυτόχρονα με δυο γυναίκες.

Θα πεις πως μ’ έχει επηρεάσει η απομόνωση, το ξέρω. Δέκα χρόνια συμπληρώνονται αύριο από τη μέρα που πάτησα το πόδι μου στην αφιλόξενη αυτή χώρα. Θυμάσαι πόσο το είχα ανάγκη, τότε, να εξαφανιστώ. Μα τώρα κάτι μου λέει πως οι μέρες μου εδώ ίσως και να φτάνουν στο τέλος τους. Κι αν τελικά αυτό που ψάχναμε στο όρυγμα την τελευταία δεκαετία δεν ήταν παρά μια ιδέα; Καμιά φορά τρέμω στη σκέψη πως βυθιστήκαμε σε τόσο χιόνι δίχως αποτέλεσμα. Αν δεν έβρισκα τις Λουίζες, να ξέρεις πως τελικά θα σκοτωνόμουν. Όσο κι αν δεν το πιστεύεις, το προτιμώ απ’ το να επιστρέψω στην πατρίδα γέρος κι αποτυχημένος.

Λίγες ώρες απομένουν μέχρι το βράδυ κι αισθάνομαι μουδιασμένος, σαν να στέκομαι όρθιος μπροστά σε μια κλειστή πόρτα. Με τρομάζουν οι προοπτικές που πιθανώς ανοίγονται και αναριγώ ολόκληρος, κρατώντας μες στις χούφτες μου το πόμολο. Σταμάτησε πριν από λίγο ο δίσκος να παίζει και στο δωμάτιο ακούγεται μονάχα μια βουή, λες κι ένα χέρι άρχισε να ξύνει με τα νύχια του ανεπαίσθητα τους τοίχους. Δεν θέλω. Δεν θέλω, φίλε μου, να έρθει το βράδυ. Έτσι μου έρχεται να βγω, ν’ ανοίξω την πύλη του σταθμού και να ξεχυθώ γυμνός στο κρύο. Θα τρέξω δίπλα στο όρυγμα, που θα μοσχοβολάει και θα χωθώ μες στη ζεστή φωλιά των σκουληκιών. Θα πίνω την κολλώδη κρέμα τους, όσο αυτά, τις νύχτες θα υφαίνουν γύρω μου ένα τεράστιο κουκούλι. Κι ίσως, μετά από χρόνια πολλά -ποιος ξέρει- όταν το χιόνι λιώσει γύρω μου ν’ αναδυθώ θριαμβευτικά, σαν μια τεράστια πεταλούδα.