Η ΠΡΩΤΗ [ΜΟΥ] ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΣΕΦΕΡΗ

Ενημερώθηκε: Μαρ 7


Εκθέτει ζωγραφικά έργα του στην Αθήνα ο Ν.Γ. Πεντζίκης, πεζογράφος μοναδικός για το στυλ του στη Θεσσαλονίκη.

Ιδιόρρυθμος κι εδώ, έκανε κάτι αλησμόνητες σαν Βυζαντινές Παναγιές με αριθμούς που δεν διακρίνονταν με την πρώτη ματιά, πολύ μικρούς, όμοιους χρωματικά, πολύ κοντά τον ένα με τον άλλο.

Βρίσκεται λοιπόν ο Πεντζίκης στην Αθήνα κι έχει καλέσει στην έκθεσή του τον Δάσκαλό μου Τ.Κ. Παπατσώνη, εμένα, και με πολλούς άλλους τον Γ. Σεφέρη.

Συνομιλούμε με τον Πεντζίκη, όταν κάποια στιγμή πλησιάζει ο Σεφέρης. Γίνονται οι συστάσεις μ’ εμένα -τους υπόλοιπους τους γνώριζε- και με πολλή φινέτσα ομολογώ, αρχίζει να με πειράζει.

Μάλιστα, μάλιστα… έχω ακούσει καλά λόγια για σας… αλλά δεν είχα την ευχαρίστηση να διαβάσω κάποιο βιβλίο σας… θα μου πείτε πώς να με θυμηθείτε εμένα… και λοιπά και λοιπά… θεός.

Να σημειώσω πως με την αδελφή του Ιωάννα Τσάτσου, ποιήτρια, είμαστε στενές φίλες. Μας ένωναν, εκτός απ’ την ποίηση, πολλά πρόσωπα, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος προπαντός, πολλά γεγονότα. Αγαπούσε να περπατάμε στην Πλάκα και να μου μιλάει για την ιστορία της (όταν γινόταν αντιληπτή έβγαιναν πολλοί νέοι της φιλούσαν μ’ ευγνωμοσύνη το χέρι -έκανε σπουδαίες πράξεις στην Κατοχή), όταν δε επιστρέφαμε στο ιστορικό επίσης σπίτι της οδού Κυδαθηναίων, όπου άλλοτε έμενε και ο Σεφέρης, μύριζε πάντα λιβάνι και μυστικά πάσχιζα να θυμηθώ τον άγιο που γιόρταζε. Μυστικά επίσης κι ο Τσάτσος μουρμούριζε.

Όπως ήταν λογικό, σπεύδω να γνωστοποιήσω πόσο αμελής είμαι, και πως αύριο κιόλας θα ταχυδρομήσω…

Α, όχι! επεμβαίνει ο Σεφέρης. Θα σας κοστίσει κάτι περισσότερο αυτή σας η αμέλεια. Μόνο αν το φέρετε η ίδια σπίτι διορθώνεται κάπως το πράγμα. Τι λέτε; Να γνωριστούμε επιτέλους κι εμείς!

Μπαίνει στη μέση η κ. Σεφεριάδη. Του υπενθυμίζει ότι έχει μια διάλεξη στη Θεσσαλονίκη. Ο Σεφέρης απτόητος. Μετά την διάλεξη τότε, επιμένει. Η μέρα αυτή έχει καταγραφεί από την αφιέρωση του Σεφέρη στα βιβλία του [Στροφή, Στέρνα, Μυθιστόρημα, Γυμνοπαιδιά, Τετράδιο Γυμνασμάτων (Στρατής Θαλασσινός κ.λπ.), Ημερολόγιο Καταστρώματος Α΄, Ημερολόγιο Καταστρώματος Β΄, Κίχλη, Ημερολόγιο Καταστρώματος Γ΄], 23-4-66. Βάρναλης, Αυγέρης, Βρεττάκος, Ρίτα Μπούμη, Νίκος Παππάς, Βαρίκας και θεός ξέρει πόσοι άλλοι με φόρτωσαν παραγγελίες. Για πνευματικά γεγονότα μεγάλης σημασίας.

Ρωτούσα ώστε, η αφελής, απαντούσε ο Σεφέρης. Ναι… ίσως… πάλι υπάρχει και άλλη διάσταση… εξαρτάται πάντα και από τις πολιτικές συνθήκες που επικρατούν… Τέτοια.

Ξέρετε, Δάσκαλε, ό,τι κι αν σας ρώτησα, μια οριστική απάντηση δεν πήρα, εγώ η καλή σου. Οπότε, η ώρα για το μάθημα Σεφέρη καταφθάνει.

Συναντηθήκατε με τη γυναίκα μου, είδατε το χέρι της στο γύψο; Ε, λοιπόν, αν με παίρνατε την Τετάρτη και με ρωτούσατε, πού θα πας απόψε, θα σας απαντούσα, στην πλατεία Κολιάτσου να φάμε σε κάτι φίλους. Όφειλα όμως να πω απλά, ΔΕΝ ΞΕΡΩ. Γιατί; Γιατί ο οδηγός του ταξί τρακάρει, η Μαρώ σπάει το χέρι της, Πρώτων Βοηθειών, γύψος, επιστροφή σπίτι. Καταλαβαίνετε;

Αργότερα με τον Γιώργο Σεφέρη είχαμε γελάσει μ’ εκείνη την επίσκεψη.

Είχατε καταλάβει ότι οι ερωτήσεις δεν ήταν δικές μου; Φυσικά, δεν θα μπορούσαν να ήταν!

Και πολύ αργότερα, στην Αγία Σωτήρα, απέναντι απ’ το πατρικό του φύλαγα όλη μέρα (με άλλους φυσικά) τιμητική φρουρά στο φέρετρό του. Τον πενθούσα. Τον αγαπούσα. Τον έπαιρνα στη δική μου ζωή. Τον ευχαριστούσα για το μακρινό εκείνο μάθημα περί βεβαιότητας…

Τι κουσούρι κι αυτό…


Γλύκα Διονυσοπούλου