Η ΔΗΜΗΤΡΑ ΜΗΤΤΑ ΡΩΤΑ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΗ ΤΣΙΑΜΠΟΥΣΗ

Ενημερώθηκε: Μαρ 7


Γλύκα Διονυσοπούλου

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ


- Από το πρώτο σας βιβλίο, το 1988, αν θυμάμαι καλά, έχουν πει ότι αντιμετωπίζετε όλους τους ήρωές σας με αγάπη. Ακόμα και τους πιο ανάξιους, με κατανόηση και επιείκεια. Και το καλό είναι ότι αυτή τη στάση σας την περνάτε, δια της γραφής σας, και στους αναγνώστες σας.

Ανάξιοι και αχρείοι ήρωες δεν υπάρχουν στα διηγήματά μου. Στη λογοτεχνία που κάνω καθόλου δεν με νοιάζει να ξεμπροστιάσω «τους κλέφτες, τους άδικους και τους μοιχούς». Το δίπολο καλού-κακού, που χρόνια ολόκληρα θρέφει τη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο, το θέατρο, εμένα δεν με διευκολύνει να πω αυτά που βγαίνουν από μέσα μου. Στα διηγήματά μου, όταν δυο πρόσωπα συγκρούονται, συνήθως έχουν το καθένα τα δίκαιά του. Από την άλλη, όταν γράφω ένα διήγημα, μέσα στο μυαλό μου «υποδύομαι» τον ήρωα σαν να μετέχω σε μια θεατρική παράσταση. Τι κινήσεις θα έκανε, τι θα έλεγε, γιατί κάνει το ένα ή το άλλο, αν θα μπορούσε να το εξηγήσει και ο ίδιος ο ήρωας… Σ’ αυτή τη βάση, είναι λογικό για κάθε τι άστοχο που κάνουν τα πρόσωπα να ψάχνω ελαφρυντικά. Αισθάνομαι ότι θα μπορούσα να βρίσκομαι εγώ στη θέση τους, αν οι συνθήκες της ζωής μου ήταν διαφορετικές, αν οι ανάγκες μου ήταν διαφορετικές ή αν η τύχη είχε αποφασίσει για εμένα διαφορετικά.


[…]


- Επιμένω και πάλι στην «ανθρωπινότητα» που αναγνωρίζω σε ό,τι δικό σας έχω διαβάσει, με αφορμή αυτή τη φορά τη σχέση σας με την εκκλησία -ψάλτης εδώ και τουλάχιστον είκοσι χρόνια σε εκκλησία της Δράμας. Περισσότερο όμως από το να δείχνετε τη θρησκεία στη μεταφυσική της διάσταση, προκρίνετε τον παρηγορητικό της ρόλο, τον βοηθητικό στη συνειδητοποίηση εαυτού, τον κοινωνικό της ρόλο.

Στην Ελλάδα ο ναός δεν είναι μόνο τόπος προσευχής και τέλεσης μυστηρίων. Δεν είναι μόνο χώρος παρηγορίας και συνομιλίας με το Θείο. Για πολύ κόσμο είναι και τόπος συνάντησης, επαφής, δημιουργίας σχέσεων, χώρος όπου συναντώνται κάποιοι ηλικιωμένοι, που δεν έχουν παρέες, κι έπειτα πάνε σε κάποιο σπίτι ή σε κάποιο καφενείο και πίνουν καφέ. Είναι χώρος των αγρυπνιών, των πανηγύρεων, και μην τα βλέπετε αυτά μόνο από την τελετουργική τους πλευρά. Στα χωριά μας ακόμα και σήμερα γίνονται κουρμπάνια, στα οποία μοιράζεται φαγητό που βράζεται σε μεγάλα καζάνια, και καμιά φορά ο χώρος, στον οποίο στήνεται το γλέντι, είναι η αυλή της εκκλησίας. Τελειώνει η Θεία Λειτουργία και με το «Δι’ ευχών» αρχίζουν οι ποντιακές λύρες και οι ζουρνάδες. Γι’ αυτή τη διάσταση της Εκκλησίας πολλοί μεγάλοι συγγραφείς, με πρώτο και καλύτερο τον Παπαδιαμάντη, έχουν γράψει γλυκύτατα κείμενα.

Από την άλλη, η Εκκλησία δεν είναι χώρος αγίων. Μέσα στην Εκκλησία θα δείτε να βασιλεύουν πολλά από αυτά που καταδίκασε ο Χριστός. Για παράδειγμα, τη φιλαυτία, τη φιλοχρηματία, τη μεγάλη πολυτέλεια που πολλές φορές ενοχλεί βαθιά, την κομματικοποίηση κάποιων εκκλησιαστικών λειτουργών, τη σεξουαλική κακοποίηση νέων παιδιών που συμβαίνει συχνά στη Δυτική Εκκλησία, ίσως και λόγω της αγαμίας των κληρικών... Εξαιτίας αυτής της πραγματικότητας, αλλά όχι μόνο εξαιτίας αυτής, πολλοί στην Ελλάδα, που προέρχονταν κυρίως από την Αριστερά, στάθηκαν εχθρικά προς την Εκκλησία. Και λέω εχθρικά και όχι κριτικά, γιατί ιδίως οι παλιοί αριστεροί έβλεπαν την Εκκλησία ως χώρο, στον οποίο αναπαραγόταν η κρατούσα ιδεολογία. Ότι η Εκκλησία ήταν «συνέταιρος» με το Αστικό Κράτος, με τις ελίτ. Έτσι παρέβλεψαν ή υποτίμησαν το γεγονός ότι η Εκκλησία είναι ένας θεσμός που λειτουργεί συνεκτικά για όλο τον κόσμο. Ένας θεσμός οργανωμένος, έτοιμος ανά πάσα στιγμή και πάντοτε εν λειτουργία. Το αστείο είναι ότι οι πιο πολλοί από αυτούς που εχθρεύονται την Εκκλησία δεν την ξέρουν από μέσα και δεν εκκλησιάζονταν ποτέ. Εντούτοις, είναι πεπεισμένοι για το τι πρέπει να γίνει. Φυσικά, δεν μιλώ για οικονομικά ζητήματα, που, αν δεν είναι σωστά λυμένα, θα μπορούσαν οι δύο πλευρές να τα ξαναδούν. Ούτε για άλλες διαφορές που, εφόσον υπάρχουν, θα πρέπει να επιλυθούν.

Τέλος, παρακολουθώντας τις εξελίξεις με την αυτονομία της Εκκλησίας της Ουκρανίας, διαπιστώνουμε ότι οι Εκκλησίες, γενικώς, λειτουργούν υποστηριχτικά στα εκάστοτε έθνη και εξυπηρετούν ακόμα και γεωπολιτικά συμφέροντα. Είναι αυτό σωστό; Φυσικά όχι, αλλά είναι μια πραγματικότητα και δεν μπορεί να το παραβλέψει κανείς. Κάτι τέτοιο έζησε η περιοχή μας κατά τον Μακεδονικό Αγώνα. Τότε οι μητροπολίτες που τοποθετήθηκαν από το Πατριαρχείο στη Μακεδονία, που ήταν Τουρκική επικράτεια, πιο πολύ κι από ιερωμένοι ήταν ακραιφνείς αγωνιστές υπέρ των εθνικών μας συμφερόντων. Παράδειγμα, ο Μητροπολίτης Δράμας Χρυσόστομος. Αν δεν ήταν ο Χρυσόστομος Καλαφάτης, δεν ξέρουμε αν το φρόνημα των κατοίκων της περιοχής θα ήταν πατριαρχικό ή εξαρχικό, και κατ’ επέκταση ελληνικό ή βουλγαρικό.

Φυσικά, δεν νοιάζομαι στα διηγήματά μου να προτρέψω τους άλλους να πιστέψουν. Ο καθένας πιστεύει ή όχι και αυτό είναι απολύτως σεβαστό. Σκεφτείτε όμως ότι υπάρχουν άθεοι που επισκέπτονται το Άγιον Όρος και μαγεύονται. Φεύγοντας από εκεί είναι πλέον πιστοί; Φυσικά όχι. Όπως, λοιπόν, κάποιοι από αυτούς ευχαριστιούνται και υποβάλλονται από την εμπειρία τους, το ίδιο νομίζω ότι θα μπορούσε να αισθανθεί κάποιος που δεν πιστεύει στον Θεό και διαβάζει τα «εκκλησιαστικά» μου διηγήματα. Εντέλει, η πίστη στον Θεό κατ’ άλλους είναι μωρία, εγώ όμως θεωρώ ότι είναι μια πράξη γενναιότητας. Διότι πρέπει να κατανικήσεις τις αναπόφευκτες αμφιβολίες σου, πρέπει να βάλεις τη λογική σου στην άκρη για να μπορέσεις να πιστέψεις στο αναπόδεικτο. Κάποιος διαβάζοντας αυτό που είπα, ότι πρέπει να παραμερίσεις τη λογική, θα με πει τρελό ή αφελή. Αλλά μήπως η πιο μεγάλη εντολή του Χριστού, το «Αγαπάτε τους εχθρούς σας», δεν είναι μια εντολή τρέλας;


Πρόσφατες αναρτήσεις

Εμφάνιση όλων